Λιλή Αρλιώτη

Άνοιξη (Σύνθεση)
Λάδι σε καμβά,
76 x 93 εκ.

Η αφαιρετική σύνθεση της Λιλής Αρλιώτη αποτελεί χαρακτηριστικό έργο της δημιουργού. Αποκαλύπτεται εδώ ένας σχηματοποιημένος ανήσυχος κόσμος, ένα τοπίο συμβολικό με εμφανή τάση προς την αφαίρεση, γεμάτο εντατικό ρυθμό, συναίσθημα και δυναμισμό. Μέσω της χρήσης επάλληλων κάθετων και οριζόντιων λωρίδων συμπαγούς ζωηρού και αντιθετικού χρώματος, που κατά τόπους αλλάζουν φορά, δημιουργώντας φεγγάρια ή ήλιους, στροβίλους, πλευρικά δομικά στοιχεία και λιτούς ενιαίους άξονες που ενδυναμώνουν και συγκρατούν τη σύνθεση, διαμορφώνεται η εντύπωση ενός άχρονου, εκρηκτικού και καθηλωτικού ζωγραφικού σύμπαντος που επιδέχεται διαφορετικές αναγνώσεις και ερμηνείες.

Η Λιλή Αρλιώτη (Αθήνα, 1908 – 1979), σπούδασε μουσική στο Ωδείο Αθηνών και ζωγραφική στην ΑΣΚΤ με δάσκαλο τον Δημήτριο Μπισκίνη. Συνέχισε με σπουδές μουσικής και ιστορίας της τέχνης στην Ελβετία (Λωζάννη), ενώ πραγματοποίησε ατομικές εκθέσεις στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, καθώς και τη Νέα Υόρκη. Ήταν κόρη του στρατηγού Αριστοτέλη Βλαχόπουλου και σύζυγος του Καρόλου Αρλιώτη,
(οικονομολόγος, τραπεζίτης (Εθνική Κτηματική Τράπεζα), πολιτικός και κοινωνικός παράγοντας),
με τον οποίο το 1979 πραγματοποίησαν δύο δωρεές, 23 και 28 έργων αντίστοιχα, προς την Εθνική Πινακοθήκη.

Υπήρξε εξάλλου ένα από τα ιδρυτικά στελέχη και οικονομικός υποστηρικτής της ομάδας «Αρμός» που συγκέντρωσε μεταπολεμικά τον ανθό της γενιάς του ’30. Με το ζεύγος Άγγελου και Λητώς Κατακουζηνού τη συνέδεε στενή φιλία και είναι η ιστορική η στιγμή που θα πείσει τους Κατακουζηνούς να φιλοξενήσουν στην οικία τους στην Πινδάρου 7, έργα των καλλιτεχνών της ομάδας «Αρμός» ώστε να γνωρίσει το έργο τους ο φίλος και καλεσμένος τους Marc Chagall.
Ο Άγγελος Κατακουζηνός θα γράψει για το έργο της το 1978 ένα ψυχογράφημα όπου αναφέρει και τα ακόλουθα:

“ Η ζωγραφική της Λιλής Αρλιώτη είναι πάντα ένα κάλεσμα για μια περισυλλογή, για μια ψυχική ανταπόκριση. Η ελευθερία της δημιουργίας ηλεκτρίζει και ο έντονος εσωτερικός δημιουργικός παλμός καθηλώνει το θεατή μπροστά στους πίνακές της, που ποτέ δεν τους προσπερνά με αδιαφορία.

Μέσα από τους σκοτεινούς ασκητικούς χρωματισμούς βγαίνει μια πνιχτή φωνή, που εκφράζει τον ανθρώπινο πόνο και ταυτόχρονα ζητά τη δικαίωσή του.»

…. «Η ζωγραφική της Αρλιώτη δεν επιζητεί μόνο να χαϊδέψει την όραση και να εισπράξει εύκολα χειροκροτήματα. Αλλά διεγείρει τη φαντασία του θεατή και τον παρασύρει σε ένα δύσκολο δρόμο, όπου μέσα σ’ έναν κόσμο από είδωλα και σύμβολα πρέπει να ανακαλύψει την αλήθεια και να χαρεί την ομορφιά.»

Λιλή Αρλιώτη

Λουόμενοι,
Λάδι σε καμβά,
40 x 50 εκ.

Η ανθρωποκεντρική θερινή σύνθεση των «Λουόμενων», αποτελεί χαρακτηριστικό έργο της δημιουργού. Με στοιχεία κυβιστικά και εμφανή τάση προς τον κονστρουκτιβισμό και την αφαίρεση, οι «Λουόμενοι» της Λιλής Αρλιώτη διαπνέονται από εντατικό ρυθμό και δυναμισμό. Μέσω της χρήσης της επαναλαμβανόμενης γραμμής και των περίτεχνων ζωηρών χρωματικών μοτίβων, τα αναπαραστατικά στοιχεία της σύνθεσης (τρεις φιγούρες, ομπρέλα, βάρκες με πανί στη θάλασσα) τρέπονται σταδιακά σε ανεικονικά, διαμορφώνοντας τη εντύπωση μιας στικτής συνεχιζόμενης ζωηρόχρωμης επιφάνειας που καθηλώνει το βλέμμα του θεατή.

Η Λιλή Αρλιώτη (Αθήνα, 1908 – 1979), σπούδασε μουσική στο Ωδείο Αθηνών και ζωγραφική στην ΑΣΚΤ με δάσκαλο τον Δημήτριο Μπισκίνη. Συνέχισε με σπουδές μουσικής και ιστορίας της τέχνης στην Ελβετία (Λωζάννη), ενώ πραγματοποίησε ατομικές εκθέσεις στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, καθώς και τη Νέα Υόρκη. Ήταν κόρη του στρατηγού Αριστοτέλη Βλαχόπουλου και σύζυγος του οικονομολόγου Καρόλου Αρλιώτη, με τον οποίο το 1979 πραγματοποίησαν δύο δωρεές, 23 και 28 έργων αντίστοιχα, προς την Εθνική Πινακοθήκη. Ανήσυχο πνεύμα και με σπάνια μόρφωση, πρωτοπόρα δημιουργός με έργο κυρίως ανθρωποκεντρικό, εκπρόσωπος των κινημάτων του εξπρεσιονισμού και της αφαίρεσης και ζωγράφος με αυτοδύναμο σύμπαν που χρήζει μεγαλύτερης προβολής, η Λιλή Αρλιώτη απολάμβανε του σεβασμού μεταξύ των ομοτέχνων της. Υπήρξε εξάλλου ένα από τα ιδρυτικά στελέχη και οικονομικός υποστηρικτής της ομάδας «Αρμός» που συγκέντρωσε μεταπολεμικά τον ανθό της γενιάς του ’30. Με το ζεύγος Άγγελου και Λητώς Κατακουζηνού τη συνέδεε στενή φιλία και είναι η ιστορική η στιγμή που θα πείσει τους Κατακουζηνούς να φιλοξενήσουν στην οικία τους στην Πινδάρου 7, έργα των καλλιτεχνών της ομάδας «Αρμός» ώστε να γνωρίσει το έργο τους ο φίλος και καλεσμένος τους Marc Chagall.

Ο Άγγελος Κατακουζηνός θα γράψει για το έργο της το 1978 ένα ψυχογράφημα όπου αναφέρει και τα ακόλουθα:

“ Η ζωγραφική της Λιλής Αρλιώτη είναι πάντα ένα κάλεσμα για μια περισυλλογή, για μια ψυχική ανταπόκριση. Η ελευθερία της δημιουργίας ηλεκτρίζει και ο έντονος εσωτερικός δημιουργικός παλμός καθηλώνει το θεατή μπροστά στους πίνακές της, που ποτέ δεν τους προσπερνά με αδιαφορία.

Μέσα από τους σκοτεινούς ασκητικούς χρωματισμούς βγαίνει μια πνιχτή φωνή, που εκφράζει τον ανθρώπινο πόνο και ταυτόχρονα ζητά τη δικαίωσή του.»

…. «Η ζωγραφική της Αρλιώτη δεν επιζητεί μόνο να χαϊδέψει την όραση και να εισπράξει εύκολα χειροκροτήματα. Αλλά διεγείρει τη φαντασία του θεατή και τον παρασύρει σε ένα δύσκολο δρόμο, όπου μέσα σ’ έναν κόσμο από είδωλα και σύμβολα πρέπει να ανακαλύψει την αλήθεια και να χαρεί την ομορφιά.»

Σπύρος Βασιλείου

Μια λιμνοθάλασσα για τη Λητώ

Ο Σπύρος Βασιλείου (Γαλαξείδι 1903 – Αθήνα 1985) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους του εικοστού αιώνα. Γεννήθηκε στο Γαλαξίδι το 1903 και ήλθε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1920 για να φοιτήσει στην Σχολή Καλών Τεχνών με υποτροφία. Απογοητευμένος από τα υποχρεωτικά μαθήματα στο κάρβουνο και στο μολύβι, μαζί με άλλους συμφοιτητές του πρωτοστατεί σε μια κίνηση ανανέωσης των εργαστηρίων της σχολής. Οι «επαναστάτες» φοιτητές γράφονται στο εργαστήριο του Νικόλαου Λύτρα (1923-26), κοντά στον οποίο μυούνται στις αρχές του ιμπρεσιονισμού, στις αξίες του καθαρού χρώματος και στην εκ του φυσικού μελέτη της πρόσπτωσης του φωτός.

Μετά την αποφοίτηση του το 1926 εξέθεσε έργα του στο «Φουαγιέ» του Δημοτικού Θεάτρου Αθηνών. Ξεκινάει συνεργασία με εφημερίδες και περιοδικά δημοσιεύοντας σχέδια και εικονογραφήσεις.
Το 1926 συνεκθέτει με τους Πολύκλειτο Ρέγκο, Σπύρο Κόκκινο και Αντώνη Πολυκανδριώτη, στην «Έκθεση των Τεσσάρων». Στην πρώτη ατομική έκθεσή του το 1929 στην αίθουσα τέχνης Στρατηγοπούλου προξένησε μεγάλη αίσθηση για την αξιοποίηση βυζαντινών μοτίβων με νέες φόρμες.
Εκτός από τα ζωγραφικά του έργα, δημιούργησε θρησκευτικές εικόνες, ξυλόγλυπτα, εικονογραφήσεις, αφίσες, σκηνικά για το θέατρο, κλπ. Οι εικόνες και τα σχέδια του έχουν αφομοιωθεί πλήρως στην σύγχρονη Ελληνική πολιτιστική κληρονομιά.
Το 1930 του απονέμεται το Μπενάκειο Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για την αγιογράφηση του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη. Το 1934 συμμετέχει στην Μπιενάλε της Βενετίας. Αρχίζει συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο το 1945. Εικονογραφεί το αναγνωστικό της Ε΄ Δημοτικού το1949. Ιδρύει με τη Ραλλού Μάνου το Ελληνικό Χορόδραμα το 1950. Κερδίζει το βραβείο Guggenheim το 1960. Σκηνογραφεί την κινηματογραφική υποψήφια για Όσκαρ “Ηλέκτρα” του Μιχάλη Κακογιάννη το 1961. Εκδίδει το αυτοβιογραφικό Φώτα και σκιές το 1969. Κάνει τη μεγάλη αναδρομική στην Εθνική Πινακοθήκη το 1975. Πεθαίνει στο σπίτι του, κάτω από την Ακρόπολη το 1985.
Ο Σπύρος Βασιλείου υπήρξε πολύ αγαπημένος φίλων των Κατακουζηνών. Μοιράστηκαν πολλές ευτυχισμένες στιγμές.
Παραθέτουμε αποσπάσματα από το κείμενο του Άγγελου Κατακουζηνού για τον Σπύρο Βασιλείου το 1969 για το βιβλίο ΦΩΤΑ ΚΑΙ ΣΚΙΕΣ.
«Ο Σπύρος Βασιλείου με τη χρωματική παρουσία του στολίζει σαράντα τώρα χρόνια την Αθήνα μας.

Όλο τούτο τον καιρό, σα ζωγράφος, μίλησε μια γλώσσα γλαφυρή, όσο και απέριττη, μια γλώσσα που έχει την ακατανίκητη έλξη του παραμυθιού και τη μαγεία του παιδικού ονείρου. Για αυτό και άγγιξε βαθιά την καρδιά των ανθρώπων.

Και όπως ο Σπύρος είναι μια ανοιχτή ζεστή αγκαλιά, έτοιμος πάντα να δεχθεί και πρόθυμος να δώσει με ένα χαμόγελο σοφίας και ψυχικής σιγουριάς, έτσι και η ζωγραφική του είναι ένα εγκάρδιο κάλεσμα που απευθύνεται στην πιο ευαίσθητη περιοχή του ψυχικού μας κόσμου.

Είναι ένα κάλεσμα γεμάτο υποσχέσεις, ένα κάλεσμα για μια φυγή: είναι η βαρκούλα που αρμενίζει με το κόκκινο πανί, ένα ακρογιάλι να το χρυσώνει το ηλιοβασίλεμα.

Είναι ο ίσκιος, είναι το φως η μοναξιά μέσα στη νύχτα είναι τα πολύχρωμα λουλούδια του αγρού τα κάτασπρα θαλασσοπούλια. Τα ξάρτια των καραβιών να λικνίζονται στον απάνεμο γιαλό, η ερημιά μέσα στη βροχή στην παραλία. Είναι η απόμακρη πολιτεία στο δειλινό και η μοναχική καρέκλα στην ακροθαλασσιά, που πάντα σε προσμένει.

Είναι ακόμα οι χαμένες αναμνήσεις μας, το παλιό μας σπίτι που δεν υπάρχει πια, ολάκερη η ζωή μας. Είναι η ζωή του Σπύρου.»

Παραθέτουμε αποσπάσματα από το ψυχογράφημα του Άγγελου Κατακουζηνού για τον Σπύρο Βασιλείου το 1978.

«Με τον Σπύρο Βασιλείου και για να κυριολεκτήσω, με τον μπάρμπα-Σπύρο, το επίθετο εδώ αποτελεί πλεονασμό, με δένει μια πολύ παλιά φιλία.

Η φιλία μας αυτή άρχισε όταν πρωτοαντίκρισα τη ζωγραφική του πολύ πριν γνωρίσω τον ίδιο.

….Γιατί μέσα στη ζωγραφική του που με συγκινούσε συνάντησα και τον άνθρωπο που τόσο μου ταίριαζε….

….

Η ζωγραφική του Σπύρου Βασιλείου είναι το τρυφερό χαμόγελο της φύσης, είναι ένα φιλικό χέρι που σου απλώνεται για μια εγκάρδια χειραψία….»

Σπύρος Βασιλείου

Ακτή, ελαιογραφία
(και collage;) σε
καμβά,
30 x 55 cm

Ο Σπύρος Βασιλείου (Γαλαξείδι 1903 – Αθήνα 1985) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους του εικοστού αιώνα. Γεννήθηκε στο Γαλαξίδι το 1903 και ήλθε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1920 για να φοιτήσει στην Σχολή Καλών Τεχνών με υποτροφία. Απογοητευμένος από τα υποχρεωτικά μαθήματα στο κάρβουνο και στο μολύβι, μαζί με άλλους συμφοιτητές του πρωτοστατεί σε μια κίνηση ανανέωσης των εργαστηρίων της σχολής. Οι «επαναστάτες» φοιτητές γράφονται στο εργαστήριο του Νικόλαου Λύτρα (1923-26), κοντά στον οποίο μυούνται στις αρχές του ιμπρεσιονισμού, στις αξίες του καθαρού χρώματος και στην εκ του φυσικού μελέτη της πρόσπτωσης του φωτός.

Μετά την αποφοίτηση του το 1926 εξέθεσε έργα του στο «Φουαγιέ» του Δημοτικού Θεάτρου Αθηνών. Ξεκινάει συνεργασία με εφημερίδες και περιοδικά δημοσιεύοντας σχέδια και εικονογραφήσεις.
Το 1926 συνεκθέτει με τους Πολύκλειτο Ρέγκο, Σπύρο Κόκκινο και Αντώνη Πολυκανδριώτη, στην «Έκθεση των Τεσσάρων». Στην πρώτη ατομική έκθεσή του το 1929 στην αίθουσα τέχνης Στρατηγοπούλου προξένησε μεγάλη αίσθηση για την αξιοποίηση βυζαντινών μοτίβων με νέες φόρμες.
Εκτός από τα ζωγραφικά του έργα, δημιούργησε θρησκευτικές εικόνες, ξυλόγλυπτα, εικονογραφήσεις, αφίσες, σκηνικά για το θέατρο, κλπ. Οι εικόνες και τα σχέδια του έχουν αφομοιωθεί πλήρως στην σύγχρονη Ελληνική πολιτιστική κληρονομιά.
Το 1930 του απονέμεται το Μπενάκειο Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για την αγιογράφηση του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη. Το 1934 συμμετέχει στην Μπιενάλε της Βενετίας. Αρχίζει συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο το 1945. Εικονογραφεί το αναγνωστικό της Ε΄ Δημοτικού το1949. Ιδρύει με τη Ραλλού Μάνου το Ελληνικό Χορόδραμα το 1950. Κερδίζει το βραβείο Guggenheim το 1960. Σκηνογραφεί την κινηματογραφική υποψήφια για Όσκαρ “Ηλέκτρα” του Μιχάλη Κακογιάννη το 1961. Εκδίδει το αυτοβιογραφικό Φώτα και σκιές το 1969. Κάνει τη μεγάλη αναδρομική στην Εθνική Πινακοθήκη το 1975. Πεθαίνει στο σπίτι του, κάτω από την Ακρόπολη το 1985.
Ο Σπύρος Βασιλείου υπήρξε πολύ αγαπημένος φίλων των Κατακουζηνών. Μοιράστηκαν πολλές ευτυχισμένες στιγμές.
Παραθέτουμε αποσπάσματα από το κείμενο του Άγγελου Κατακουζηνού για τον Σπύρο Βασιλείου το 1969 για το βιβλίο ΦΩΤΑ ΚΑΙ ΣΚΙΕΣ.
«Ο Σπύρος Βασιλείου με τη χρωματική παρουσία του στολίζει σαράντα τώρα χρόνια την Αθήνα μας.

Όλο τούτο τον καιρό, σα ζωγράφος, μίλησε μια γλώσσα γλαφυρή, όσο και απέριττη, μια γλώσσα που έχει την ακατανίκητη έλξη του παραμυθιού και τη μαγεία του παιδικού ονείρου. Για αυτό και άγγιξε βαθιά την καρδιά των ανθρώπων.

Και όπως ο Σπύρος είναι μια ανοιχτή ζεστή αγκαλιά, έτοιμος πάντα να δεχθεί και πρόθυμος να δώσει με ένα χαμόγελο σοφίας και ψυχικής σιγουριάς, έτσι και η ζωγραφική του είναι ένα εγκάρδιο κάλεσμα που απευθύνεται στην πιο ευαίσθητη περιοχή του ψυχικού μας κόσμου.

Είναι ένα κάλεσμα γεμάτο υποσχέσεις, ένα κάλεσμα για μια φυγή: είναι η βαρκούλα που αρμενίζει με το κόκκινο πανί, ένα ακρογιάλι να το χρυσώνει το ηλιοβασίλεμα.

Είναι ο ίσκιος, είναι το φως η μοναξιά μέσα στη νύχτα είναι τα πολύχρωμα λουλούδια του αγρού τα κάτασπρα θαλασσοπούλια. Τα ξάρτια των καραβιών να λικνίζονται στον απάνεμο γιαλό, η ερημιά μέσα στη βροχή στην παραλία. Είναι η απόμακρη πολιτεία στο δειλινό και η μοναχική καρέκλα στην ακροθαλασσιά, που πάντα σε προσμένει.

Είναι ακόμα οι χαμένες αναμνήσεις μας, το παλιό μας σπίτι που δεν υπάρχει πια, ολάκερη η ζωή μας. Είναι η ζωή του Σπύρου.»

Παραθέτουμε αποσπάσματα από το ψυχογράφημα του Άγγελου Κατακουζηνού για τον Σπύρο Βασιλείου το 1978.

«Με τον Σπύρο Βασιλείου και για να κυριολεκτήσω, με τον μπάρμπα-Σπύρο, το επίθετο εδώ αποτελεί πλεονασμό, με δένει μια πολύ παλιά φιλία.

Η φιλία μας αυτή άρχισε όταν πρωτοαντίκρισα τη ζωγραφική του πολύ πριν γνωρίσω τον ίδιο.

….Γιατί μέσα στη ζωγραφική του που με συγκινούσε συνάντησα και τον άνθρωπο που τόσο μου ταίριαζε….

….

Η ζωγραφική του Σπύρου Βασιλείου είναι το τρυφερό χαμόγελο της φύσης, είναι ένα φιλικό χέρι που σου απλώνεται για μια εγκάρδια χειραψία….»

Σπύρος Βασιλείου

Σκηνικά για το
Θεατρικό Έργο «Το
Φωτεινό Μονοπάτι»,
gouache σε χαρτί,
8,2 x 12,5 cm (τρία)

Ο Σπύρος Βασιλείου (Γαλαξείδι 1903 – Αθήνα 1985) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους του εικοστού αιώνα. Γεννήθηκε στο Γαλαξίδι το 1903 και ήλθε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1920 για να φοιτήσει στην Σχολή Καλών Τεχνών με υποτροφία. Απογοητευμένος από τα υποχρεωτικά μαθήματα στο κάρβουνο και στο μολύβι, μαζί με άλλους συμφοιτητές του πρωτοστατεί σε μια κίνηση ανανέωσης των εργαστηρίων της σχολής. Οι «επαναστάτες» φοιτητές γράφονται στο εργαστήριο του Νικόλαου Λύτρα (1923-26), κοντά στον οποίο μυούνται στις αρχές του ιμπρεσιονισμού, στις αξίες του καθαρού χρώματος και στην εκ του φυσικού μελέτη της πρόσπτωσης του φωτός.

Μετά την αποφοίτηση του το 1926 εξέθεσε έργα του στο «Φουαγιέ» του Δημοτικού Θεάτρου Αθηνών. Ξεκινάει συνεργασία με εφημερίδες και περιοδικά δημοσιεύοντας σχέδια και εικονογραφήσεις.

Το 1926 συνεκθέτει με τους Πολύκλειτο Ρέγκο, Σπύρο Κόκκινο και Αντώνη Πολυκανδριώτη, στην «Έκθεση των Τεσσάρων». Στην πρώτη ατομική έκθεσή του το 1929 στην αίθουσα τέχνης Στρατηγοπούλου προξένησε μεγάλη αίσθηση για την αξιοποίηση βυζαντινών μοτίβων με νέες φόρμες.

Εκτός από τα ζωγραφικά του έργα, δημιούργησε θρησκευτικές εικόνες, ξυλόγλυπτα, εικονογραφήσεις, αφίσες, σκηνικά για το θέατρο, κλπ. Οι εικόνες και τα σχέδια του έχουν αφομοιωθεί πλήρως στην σύγχρονη Ελληνική πολιτιστική κληρονομιά.
Το 1930 του απονέμεται το Μπενάκειο Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για την αγιογράφηση του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη. Το 1934 συμμετέχει στην Μπιενάλε της Βενετίας. Αρχίζει συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο το 1945. Εικονογραφεί το αναγνωστικό της Ε΄ Δημοτικού το1949. Ιδρύει με τη Ραλλού Μάνου το Ελληνικό Χορόδραμα το 1950. Κερδίζει το βραβείο Guggenheim το 1960. Σκηνογραφεί την κινηματογραφική υποψήφια για Όσκαρ “Ηλέκτρα” του Μιχάλη Κακογιάννη το 1961. Εκδίδει το αυτοβιογραφικό Φώτα και σκιές το 1969. Κάνει τη μεγάλη αναδρομική στην Εθνική Πινακοθήκη το 1975. Πεθαίνει στο σπίτι του, κάτω από την Ακρόπολη το 1985.

Ο Σπύρος Βασιλείου υπήρξε πολύ αγαπημένος φίλων των Κατακουζηνών. Μοιράστηκαν πολλές ευτυχισμένες στιγμές.
Παραθέτουμε αποσπάσματα από το κείμενο του Άγγελου Κατακουζηνού για τον Σπύρο Βασιλείου το 1969 για το βιβλίο ΦΩΤΑ ΚΑΙ ΣΚΙΕΣ.

«Ο Σπύρος Βασιλείου με τη χρωματική παρουσία του στολίζει σαράντα τώρα χρόνια την Αθήνα μας.

Όλο τούτο τον καιρό, σα ζωγράφος, μίλησε μια γλώσσα γλαφυρή, όσο και απέριττη, μια γλώσσα που έχει την ακατανίκητη έλξη του παραμυθιού και τη μαγεία του παιδικού ονείρου. Για αυτό και άγγιξε βαθιά την καρδιά των ανθρώπων.

Και όπως ο Σπύρος είναι μια ανοιχτή ζεστή αγκαλιά, έτοιμος πάντα να δεχθεί και πρόθυμος να δώσει με ένα χαμόγελο σοφίας και ψυχικής σιγουριάς, έτσι και η ζωγραφική του είναι ένα εγκάρδιο κάλεσμα που απευθύνεται στην πιο ευαίσθητη περιοχή του ψυχικού μας κόσμου.

Είναι ένα κάλεσμα γεμάτο υποσχέσεις, ένα κάλεσμα για μια φυγή: είναι η βαρκούλα που αρμενίζει με το κόκκινο πανί, ένα ακρογιάλι να το χρυσώνει το ηλιοβασίλεμα.

Είναι ο ίσκιος, είναι το φως η μοναξιά μέσα στη νύχτα είναι τα πολύχρωμα λουλούδια του αγρού τα κάτασπρα θαλασσοπούλια. Τα ξάρτια των καραβιών να λικνίζονται στον απάνεμο γιαλό, η ερημιά μέσα στη βροχή στην παραλία. Είναι η απόμακρη πολιτεία στο δειλινό και η μοναχική καρέκλα στην ακροθαλασσιά, που πάντα σε προσμένει.

Είναι ακόμα οι χαμένες αναμνήσεις μας, το παλιό μας σπίτι που δεν υπάρχει πια, ολάκερη η ζωή μας. Είναι η ζωή του Σπύρου.»

Σπύρος Βασιλείου

Αττικό

Ξυλογραφία, εμπνευσμένη από την ποίηση του Άγγελου Σικελιανού, 1942, 18×17 εκ.
Με αφιέρωση του καλλιτέχνη στον Άγγελο Κατακουζηνό (25/3/1950)

Ο Σπύρος Βασιλείου (Γαλαξείδι 1903 – Αθήνα 1985) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους του εικοστού αιώνα. Γεννήθηκε στο Γαλαξίδι το 1903 και ήλθε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1920 για να φοιτήσει στην Σχολή Καλών Τεχνών με υποτροφία. Απογοητευμένος από τα υποχρεωτικά μαθήματα στο κάρβουνο και στο μολύβι, μαζί με άλλους συμφοιτητές του πρωτοστατεί σε μια κίνηση ανανέωσης των εργαστηρίων της σχολής. Οι «επαναστάτες» φοιτητές γράφονται στο εργαστήριο του Νικόλαου Λύτρα (1923-26), κοντά στον οποίο μυούνται στις αρχές του ιμπρεσιονισμού, στις αξίες του καθαρού χρώματος και στην εκ του φυσικού μελέτη της πρόσπτωσης του φωτός.

Μετά την αποφοίτηση του το 1926 εξέθεσε έργα του στο «Φουαγιέ» του Δημοτικού Θεάτρου Αθηνών. Ξεκινάει συνεργασία με εφημερίδες και περιοδικά δημοσιεύοντας σχέδια και εικονογραφήσεις.
Το 1926 συνεκθέτει με τους Πολύκλειτο Ρέγκο, Σπύρο Κόκκινο και Αντώνη Πολυκανδριώτη, στην «Έκθεση των Τεσσάρων». Στην πρώτη ατομική έκθεσή του το 1929 στην αίθουσα τέχνης Στρατηγοπούλου προξένησε μεγάλη αίσθηση για την αξιοποίηση βυζαντινών μοτίβων με νέες φόρμες.
Εκτός από τα ζωγραφικά του έργα, δημιούργησε θρησκευτικές εικόνες, ξυλόγλυπτα, εικονογραφήσεις, αφίσες, σκηνικά για το θέατρο, κλπ. Οι εικόνες και τα σχέδια του έχουν αφομοιωθεί πλήρως στην σύγχρονη Ελληνική πολιτιστική κληρονομιά.
Το 1930 του απονέμεται το Μπενάκειο Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για την αγιογράφηση του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη. Το 1934 συμμετέχει στην Μπιενάλε της Βενετίας. Αρχίζει συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο το 1945. Εικονογραφεί το αναγνωστικό της Ε΄ Δημοτικού το1949. Ιδρύει με τη Ραλλού Μάνου το Ελληνικό Χορόδραμα το 1950. Κερδίζει το βραβείο Guggenheim το 1960. Σκηνογραφεί την κινηματογραφική υποψήφια για Όσκαρ “Ηλέκτρα” του Μιχάλη Κακογιάννη το 1961. Εκδίδει το αυτοβιογραφικό Φώτα και σκιές το 1969. Κάνει τη μεγάλη αναδρομική στην Εθνική Πινακοθήκη το 1975. Πεθαίνει στο σπίτι του, κάτω από την Ακρόπολη το 1985.
Ο Σπύρος Βασιλείου υπήρξε πολύ αγαπημένος φίλων των Κατακουζηνών. Μοιράστηκαν πολλές ευτυχισμένες στιγμές.
Παραθέτουμε αποσπάσματα από το κείμενο του Άγγελου Κατακουζηνού για τον Σπύρο Βασιλείου το 1969 για το βιβλίο ΦΩΤΑ ΚΑΙ ΣΚΙΕΣ.
«Ο Σπύρος Βασιλείου με τη χρωματική παρουσία του στολίζει σαράντα τώρα χρόνια την Αθήνα μας.

Όλο τούτο τον καιρό, σα ζωγράφος, μίλησε μια γλώσσα γλαφυρή, όσο και απέριττη, μια γλώσσα που έχει την ακατανίκητη έλξη του παραμυθιού και τη μαγεία του παιδικού ονείρου. Για αυτό και άγγιξε βαθιά την καρδιά των ανθρώπων.

Και όπως ο Σπύρος είναι μια ανοιχτή ζεστή αγκαλιά, έτοιμος πάντα να δεχθεί και πρόθυμος να δώσει με ένα χαμόγελο σοφίας και ψυχικής σιγουριάς, έτσι και η ζωγραφική του είναι ένα εγκάρδιο κάλεσμα που απευθύνεται στην πιο ευαίσθητη περιοχή του ψυχικού μας κόσμου.

Είναι ένα κάλεσμα γεμάτο υποσχέσεις, ένα κάλεσμα για μια φυγή: είναι η βαρκούλα που αρμενίζει με το κόκκινο πανί, ένα ακρογιάλι να το χρυσώνει το ηλιοβασίλεμα.

Είναι ο ίσκιος, είναι το φως η μοναξιά μέσα στη νύχτα είναι τα πολύχρωμα λουλούδια του αγρού τα κάτασπρα θαλασσοπούλια. Τα ξάρτια των καραβιών να λικνίζονται στον απάνεμο γιαλό, η ερημιά μέσα στη βροχή στην παραλία. Είναι η απόμακρη πολιτεία στο δειλινό και η μοναχική καρέκλα στην ακροθαλασσιά, που πάντα σε προσμένει.

Είναι ακόμα οι χαμένες αναμνήσεις μας, το παλιό μας σπίτι που δεν υπάρχει πια, ολάκερη η ζωή μας. Είναι η ζωή του Σπύρου.»

Παραθέτουμε αποσπάσματα από το ψυχογράφημα του Άγγελου Κατακουζηνού για τον Σπύρο Βασιλείου το 1978.

«Με τον Σπύρο Βασιλείου και για να κυριολεκτήσω, με τον μπάρμπα-Σπύρο, το επίθετο εδώ αποτελεί πλεονασμό, με δένει μια πολύ παλιά φιλία.

Η φιλία μας αυτή άρχισε όταν πρωτοαντίκρισα τη ζωγραφική του πολύ πριν γνωρίσω τον ίδιο.

….Γιατί μέσα στη ζωγραφική του που με συγκινούσε συνάντησα και τον άνθρωπο που τόσο μου ταίριαζε….

….

Η ζωγραφική του Σπύρου Βασιλείου είναι το τρυφερό χαμόγελο της φύσης, είναι ένα φιλικό χέρι που σου απλώνεται για μια εγκάρδια χειραψία….»

Γιώργος Γουναρόπουλος

Καράβι,
ελαιογραφία σε ξύλο, 44 x 53 cm

Η ελαιογραφία «Καράβι», πλασμένη έξοχα από χρώμα και φως, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό δείγμα του ώριμου ύφους του Γουναρόπουλου. Η κεντρική διάφανη φόρμα του ιστιοφόρου αναδύεται μέσα από ένα ρευστό ζωγραφικό θαλασσινό σύμπαν που ακροβατεί μεταξύ του μυθικού, του πραγματικού και του φαντασιακού, επιβεβαιώνοντας τις πνευματικές και υπαρξιακές ανησυχίες του ζωγράφου. Τρεις εξαϋλωμένες γυμνές φιγούρες, ελάχιστα καλυμμένες από τα αρχαϊκά πέπλα τους, στέκονται στην ακτή που αποκαλύπτεται στο μικρό ξέφωτο ενός βραχώδους τοπίου στο αριστερό μέρος της σύνθεσης, παραπέμποντας σε ομηρικό ακρογιάλι.

Το συγκεκριμένο έργο χαρίστηκε στον Άγγελο και τη Λητώ ως δώρο για το γάμο τους και συμβόλιζε το κοινό τους ταξίδι.

Ο Γιώργος Γουναρόπουλος (Σωζόπολη Ανατολικής Ρωμυλίας (σημερινή Βουλγαρία), 22 Μαρτίου 1889 – Αθήνα, 17 Αυγούστου 1977) υπήρξε σημαντικός εκπρόσωπος της γενιάς του ’30. Έκτο και τελευταίο παιδί του Ηλία Γουναροπούλου από την Ανατολική Ρωμυλία και της Άννας, έφτασε με την οικογένειά του το 1904 υπό την πίεση της βουλγαρικής κυβέρνησης στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα μετά από δυσκολίες και παρατεταμένη περιπλάνηση. Εργάστηκε ως επιγραφοποιός, ενώ το 1907 έγινε με δεκτός με εξετάσεις στο Σχολείο Καλών Τεχνών της Αθήνας. Με Αβερώφειο υποτροφία σπούδασε προοπτική και σκηνογραφία με δάσκαλο τον Βικέντιο Μποκατσιάμπη και ζωγραφική, με δασκάλους τον Σπυρίδωνα Βικάτο, τον Γεώργιο Ροϊλό και άλλους. Απέσπασε σημαντικά βραβεία και επαίνους σε διαγωνισμούς ενώ αποφοίτησε πρώτος. Σημαντική επίδραση άσκησαν οι εκπρόσωποι της Σχολής του Μονάχου στα πρώιμα (και μετέπειτα αποκηρυγμένα) έργα του.

Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων υπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό, φιλοτεχνώντας πολεμικές σκηνές και πορτραίτα στρατιωτικών. Από το 1919 συνέχισε με Αβερώφειο υποτροφία τις σπουδές του στο Παρίσι (Ακαδημία Ζυλιάν και Ακαδημία της Γκραντ Σωμιέρ), ενώ το 1924 απέκτησε ατελιέ-κατοικία στην οδό Βοζιράρ.

Το 1925 συμμετείχε στην Πανελλήνια Έκθεση στο Ζάππειο, ενώ το 1926 ξεκίνησε τη συνεργασία του με την Galerie Vavain Raspail στο Παρίσι, πραγματοποιώντας εκεί τις τρεις πρώτες του ατομικές εκθέσεις. Το 1928, χρονιά όπου πραγματοποίησε ατομική έκθεση στην Galerie Jaques Bernhein στη γαλλική πρωτεύουσα, διαφαίνεται ήδη το καθαρά προσωπικό του ύφος, το οποίο και θα καθορίσει στη συνέχεια τη ζωγραφική πορεία του: αχνές γραμμές και βαθυγάλανα, κοκκινωπά και ιώδη χρώματα, εγγράφουν ένα ονειρικό σύμπαν, απομακρυνόμενα τόσο από την ακαδημαϊκή τεχνοτροπία όσο και από τον κρατούντα ιμπρεσιονισμό, ορίζοντας ένα ύφος απολύτως προσωπικό και αναγνωρίσιμο.
Αξίζει να σημειωθεί πως στο ατελιέ του Γιώργου Γουναρόπουλου στο Παρίσι το 1927, ο Άγγελος Κατακουζηνός είχε προσέξει μια φωτογραφία ενός έργου του Θεόφιλου, που είχε τραβήξει ο Γουναρόπουλος σε ένα ταξίδι του στο Πήλιο, και αυτή ήταν και το έναυσμα για την ενασχόληση του Κατακουζηνού με τον Θεόφιλο για τα επόμενα πενήντα χρόνια.
Το 1929, πραγματοποίησε την πρώτη ατομική του έκθεση στην Αίθουσα Τέχνης Στρατηγοπούλου στην Αθήνα, σημειώνοντας μεγάλη εμπορική επιτυχία αλλά διχάζοντας τους κριτικούς και το κοινό, καθώς από τους οπαδούς της Σχολής του Μονάχου και σημαντικούς εκπροσώπους του χώρου όπως ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, κατηγορήθηκε για καταστρατήγηση των ζωγραφικών κανόνων. Επιστρέφοντας οριστικά στην Ελλάδα το 1931, εγκαταστάθηκε στα Άνω Ιλίσια ενώ ακολούθησαν ο γάμος του με τη μουσικοσυνθέτρια Μαρία Πρωίου και η γέννηση του γιου του Ηλία. Συμμετοχή σε εκθέσεις, εικονογραφήσεις βιβλίων, σκηνογραφίες θεατρικών παραστάσεων χαρακτηρίζουν αυτήν την περίοδο, ενώ το 1934 ακολουθεί η συμμετοχή του στη Μπιενάλε της Βενετίας. Το 1935 παρουσίασε έργα του με τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα και τον Μιχάλη Τόμπρο στην «Έκθεση των Τριών» στην Λέσχη Καλλιτεχνών Ατελιέ, ενώ το 1937 ανέλαβε τον διάκοσμο της αίθουσας συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου στο Δημαρχιακό Μέγαρο Αθηνών, καταθέτοντας δυο χρόνια μετά μια σπουδαία τοιχογραφία 113 τ.μ. με θέμα ιστορικό-αθηνοκεντρικό.
Το 1944 υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά στελέχη του Καλλιτεχνικού Επαγγελματικού Επιμελητηρίου, ενώ αποτέλεσε ένα από τα πέντε μέλη του συμβουλίου του τμήματος ζωγραφικής του ΚΕΕ.

Το 1947, συμμετείχε με έλληνες ομότεχνούς του σε ομαδική έκθεση στη Στοκχόλμη, ενώ την ίδια χρονιά ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη, πραγματοποιώντας ατομική έκθεση στη γκαλερί Hugo του Αλέξανδρου Ιόλα.

Το 1955 συμμετείχε σε διεθνή ομαδική έκθεση στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας ενώ το 1958 παρουσίασε έργα του στην γκαλερί Ζυγός της Αθήνας και στον διεθνή διαγωνισμό Γκουγκενχάιμ σε αίθουσα της Αμερικάνικης Υπηρεσίας Πληροφοριών, όπου και έλαβε το ομώνυμο βραβείο. Ακολούθησαν ατομικές εκθέσεις στην Αθήνα και σημαντικές συμμετοχές σε ομαδικές εκθέσεις στο εξωτερικό: Άαχεν (1959), Μπιενάλε του Σάο Πάολο (1959), Αμμόχωστος (1960), Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας (1963), Βρυξέλλες (1964) και Μπουένος Άιρες (1964). Από το 1965 και ως τον θάνατό του το 1977 συνεργάστηκε με τη γκαλερί Άστορ στην Αθήνα. Το 1975 διοργανώθηκε από την Εθνική Πινακοθήκη αναδρομική έκθεση του έργου του.

Το 1978 το σπίτι του δωρήθηκε από τον γιο του στον Δήμο Ζωγράφου προκειμένου να μετατραπεί σε Μουσείο. Έργα του υπάρχουν στο Μουσείο Γ. Γουναρόπουλου, στην Εθνική Πινακοθήκη, στο Τελλόγλειο Ίδρυμα και σε πολλές δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές.

Γιώργος Γουναρόπουλος

Φιλί, μολύβι,
υδατογραφία (και
παστέλ;) σε χαρτί, 50 x 70 cm

Τα τέσσερα έργα του Γιώργου Γουναρόπουλου, στενού φίλου του Άγγελου Κατακουζηνού από τα χρόνια των σπουδών τους στο Παρίσι τη δεκαετία του 1920, «Το Φιλί 1», «Το Φιλί 2», «Το Φιλί 3» & «Το Φιλί 4» (από την πρώτο αθώο στο παθιασμένο φιλί), αποτελούν στην πραγματικότητα ένα τετράπτυχο αφιέρωμα το οποίο χαρακτηρίζεται απόλυτα από το προσωπικό ονειρικό ύφος του ζωγράφου, που δημιουργήθηκε ως δώρο στους επιστήθιους φίλους του Άγγελο και Λητώ Κατακουζηνoύ, με προορισμό να κοσμήσει τα ιδιαίτερα διαμερίσματα του εμβληματικού ζεύγους, όταν εκείνοι μετακόμισαν στη νέα κατοικία τους επί της λεωφόρου Αμαλίας 4.

Προξενώντας στον θεατή διαχρονική συγκίνηση, τα τέσσερα υπερβατικού χαρακτήρα «Φιλιά» της «συμπαντικής» –όπως και ο ίδιος την αποκαλεί– ζωγραφικής του Γουναρόπουλου, αιωρούνται μεταξύ της αληθινής ερωτικής συνάντησης ενός ζευγαριού και των εξαϋλωμένων σκιών ενός ποιητικού οράματος ή ενός φευγαλέου φαντασιακού ονείρου. Με λιτές και ευκίνητες γραμμές που εκπορεύονται από την οργανική αφαίρεση, το μονάκριβο δώρο του ζωγράφου στους επιστήθιους πνευματικούς συνοδοιπόρους του ορίζεται εδώ ως ένα αιώνιο σύμβολο ομορφιάς, αγάπης και διαχρονικής εγκεφαλικής και συναισθητικής, εγκόσμιας και υπερκόσμιας συμπόρευσης.

Αξίζει να σημειωθεί πως στο ατελιέ του Γιώργου Γουναρόπουλου στο Παρίσι, ο Άγγελος Κατακουζηνός είχε προσέξει μια φωτογραφία ενός έργου του Θεόφιλου, που είχε τραβήξει ο Γουναρόπουλος σε ένα ταξίδι του στο Πήλιο, και αυτή ήταν και το έναυσμα για την ενασχόληση του Κατακουζηνού με τον Θεόφιλο για τα επόμενα πενήντα χρόνια.

Υπογραφή: με το ακρώνυμο G. Gounaro

Ο Γιώργος Γουναρόπουλος (Σωζόπολη Ανατολικής Ρωμυλίας (σημερινή Βουλγαρία), 22 Μαρτίου 1889 – Αθήνα, 17 Αυγούστου 1977) υπήρξε σημαντικός εκπρόσωπος της γενιάς του ’30. Έκτο και τελευταίο παιδί του Ηλία Γουναροπούλου από την Ανατολική Ρωμυλία και της Άννας, έφτασε με την οικογένειά του το 1904 υπό την πίεση της βουλγαρικής κυβέρνησης στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα μετά από δυσκολίες και παρατεταμένη περιπλάνηση. Εργάστηκε ως επιγραφοποιός, ενώ το 1907 έγινε με δεκτός με εξετάσεις στο Σχολείο Καλών Τεχνών της Αθήνας. Με Αβερώφειο υποτροφία σπούδασε προοπτική και σκηνογραφία με δάσκαλο τον Βικέντιο Μποκατσιάμπη και ζωγραφική, με δασκάλους τον Σπυρίδωνα Βικάτο, τον Γεώργιο Ροϊλό και άλλους. Απέσπασε σημαντικά βραβεία και επαίνους σε διαγωνισμούς ενώ αποφοίτησε πρώτος. Σημαντική επίδραση άσκησαν οι εκπρόσωποι της Σχολής του Μονάχου στα πρώιμα (και μετέπειτα αποκηρυγμένα) έργα του.

Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων υπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό, φιλοτεχνώντας πολεμικές σκηνές και πορτραίτα στρατιωτικών. Από το 1919 συνέχισε με Αβερώφειο υποτροφία τις σπουδές του στο Παρίσι (Ακαδημία Ζυλιάν και Ακαδημία της Γκραντ Σωμιέρ), ενώ το 1924 απέκτησε ατελιέ-κατοικία στην οδό Βοζιράρ.

Το 1925 συμμετείχε στην Πανελλήνια Έκθεση στο Ζάππειο, ενώ το 1926 ξεκίνησε τη συνεργασία του με την Galerie Vavain Raspail στο Παρίσι, πραγματοποιώντας εκεί τις τρεις πρώτες του ατομικές εκθέσεις. Το 1928, χρονιά όπου πραγματοποίησε ατομική έκθεση στην Galerie Jaques Bernhein στη γαλλική πρωτεύουσα, διαφαίνεται ήδη το καθαρά προσωπικό του ύφος, το οποίο και θα καθορίσει στη συνέχεια τη ζωγραφική πορεία του: αχνές γραμμές και βαθυγάλανα, κοκκινωπά και ιώδη χρώματα, εγγράφουν ένα ονειρικό σύμπαν, απομακρυνόμενα τόσο από την ακαδημαϊκή τεχνοτροπία όσο και από τον κρατούντα ιμπρεσιονισμό, ορίζοντας ένα ύφος απολύτως προσωπικό και αναγνωρίσιμο.

Το 1929, πραγματοποίησε την πρώτη ατομική του έκθεση στην Αίθουσα Τέχνης Στρατηγοπούλου στην Αθήνα, σημειώνοντας μεγάλη εμπορική επιτυχία αλλά διχάζοντας τους κριτικούς και το κοινό, καθώς από τους οπαδούς της Σχολής του Μονάχου και σημαντικούς εκπροσώπους του χώρου όπως ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, κατηγορήθηκε για καταστρατήγηση των ζωγραφικών κανόνων. Επιστρέφοντας οριστικά στην Ελλάδα το 1931, εγκαταστάθηκε στα Άνω Ιλίσια ενώ ακολούθησαν ο γάμος του με τη μουσικοσυνθέτρια Μαρία Πρωίου και η γέννηση του γιου του Ηλία. Συμμετοχή σε εκθέσεις, εικονογραφήσεις βιβλίων, σκηνογραφίες θεατρικών παραστάσεων χαρακτηρίζουν αυτήν την περίοδο, ενώ το 1934 ακολουθεί η συμμετοχή του στη Μπιενάλε της Βενετίας. Το 1935 παρουσίασε έργα του με τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα και τον Μιχάλη Τόμπρο στην «Έκθεση των Τριών» στην Λέσχη Καλλιτεχνών Ατελιέ, ενώ το 1937 ανέλαβε τον διάκοσμο της αίθουσας συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου στο Δημαρχιακό Μέγαρο Αθηνών, καταθέτοντας δυο χρόνια μετά μια σπουδαία τοιχογραφία 113 τ.μ. με θέμα ιστορικό-αθηνοκεντρικό.

Το 1944 υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά στελέχη του Καλλιτεχνικού Επαγγελματικού Επιμελητηρίου, ενώ αποτέλεσε ένα από τα πέντε μέλη του συμβουλίου του τμήματος ζωγραφικής του ΚΕΕ.

Το 1947, συμμετείχε με έλληνες ομότεχνούς του σε ομαδική έκθεση στη Στοκχόλμη, ενώ την ίδια χρονιά ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη, πραγματοποιώντας ατομική έκθεση στη γκαλερί Hugo του Αλέξανδρου Ιόλα.

Το 1955 συμμετείχε σε διεθνή ομαδική έκθεση στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας ενώ το 1958 παρουσίασε έργα του στην γκαλερί Ζυγός της Αθήνας και στον διεθνή διαγωνισμό Γκουγκενχάιμ σε αίθουσα της Αμερικάνικης Υπηρεσίας Πληροφοριών, όπου και έλαβε το ομώνυμο βραβείο. Ακολούθησαν ατομικές εκθέσεις στην Αθήνα και σημαντικές συμμετοχές σε ομαδικές εκθέσεις στο εξωτερικό: Άαχεν (1959), Μπιενάλε του Σάο Πάολο (1959), Αμμόχωστος (1960), Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας (1963), Βρυξέλλες (1964) και Μπουένος Άιρες (1964). Από το 1965 και ως τον θάνατό του το 1977 συνεργάστηκε με τη γκαλερί Άστορ στην Αθήνα. Το 1975 διοργανώθηκε από την Εθνική Πινακοθήκη αναδρομική έκθεση του έργου του.

Το 1978 το σπίτι του δωρήθηκε από τον γιο του στον Δήμο Ζωγράφου προκειμένου να μετατραπεί σε Μουσείο. Έργα του υπάρχουν στο Μουσείο Γ. Γουναρόπουλου, στην Εθνική Πινακοθήκη, στο Τελλόγλειο Ίδρυμα και σε πολλές δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές.

Νίκος Χατζηκυριάκος – Γκίκας

Οι τέσσερις εποχές, [1960]

Ζωγραφική σύνθεση σε ξύλινες δίφυλλες εσωτερικές πόρτες
200 x 100 εκ. το κάθε φύλλο

Καλλιτέχνης και λόγιος με πολλά πνευματικά και καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα, ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας παράλληλα με τη ζωγραφική ασχολήθηκε ακόμη με τη χαρακτική, την εικονογράφηση βιβλίων, τη γλυπτική (αναδρομική έκθεση γλυπτών του πραγματοποιήθηκε το 1984 στην αίθουσα «Το Τρίτο Μάτι» στην Αθήνα), ενώ παραχώρησε επίσης σειρά διαλέξεων και δημοσίευσε μελέτες και άρθρα για θέματα τέχνης και αισθητικής.

Το ζωγραφικό έργο του «Οι τέσσερις εποχές» αποτελεί κορυφαίο και αναντικατάστατο τεκμήριο της συλλογής, καθώς είναι ένα μονάκριβο και ανεξίτηλα αμετακίνητο δώρο, εμπνευσμένο και προορισμένο για την ολάνοιχτη σε εγκάρδιες πνευματικές δεξιώσεις και ευφραντικές αθηναϊκές βεγγέρες οικία των δύο επιστήθιων φίλων του, Άγγελου και Λητώς Κατακουζηνού. Η τετραμερής σύνθεση, όπου με τρόπο λιτό και κύκλιο οι τέσσερις εποχές διαδέχονται η μία την άλλη, είναι επιτόπου ζωγραφισμένη στις συρόμενες ξύλινες πόρτες του διαμερίσματος της λεωφόρου Αμαλίας, οι οποίες με σπάνιο διπλό μηχανισμό διαχωρίζουν το σαλόνι από την τραπεζαρία. Εδώ ο Γκίκας, επιτυγχάνοντας μια κομψή προσωπική σύνθεση γεωμετρικών και φυσιοκρατικών στοιχείων, όπου τα σχηματοποιημένα άνθινα μοτίβα και οι πλοχμοί διατρέχονται από γραμμικά ημιτόνια, φωτεινές κηλίδες και ρυθμική μουσικότητα, αξιοποιεί με τρόπο οργανικά περιεκτικό τις κυβιστικές και κονστρουκτιβιστικές διατυπώσεις της ζωγραφικής του, διανθίζοντάς τις με πρωτογενείς νατουραλιστικές φόρμες αντλημένες από την πνοή και το εκχύλισμα του ελληνικού τοπίου.

Υπογραμμίζοντας τη σημασία που είχε για τους οικοδεσπότες του σπιτιού ο ζωγράφος και το έργο του, το οποίο οι ίδιοι επέλεξαν να αποτελέσει το καθοριστικό σημείο αναφοράς του εσωτερικού διακόσμου τους, ας παραπέμψουμε στο σημείο αυτό στα αρχεία του Ιδρύματος:

Γράφει ο Άγγελος Κατακουζηνός για τον φίλο του Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα:

«Όταν βρέθηκα μπροστά στο 18χρονο Χατζηκυριάκο είχα μεγάλη έκπληξη. Είδα έναν ώριμο άνδρα, με γένια, με μουστάκια, με μονόκλ με όλα τα εξαρτήματα, μπαστούνι, αλυσίδα, κλπ. Με άλλα λόγια, είδα μια φιγούρα του 1900 και όχι έναν συγχρονισμένο νέο της εποχής. Γρήγορα όμως αντιλήφθηκα πως αυτός ο πολύ νέος άνθρωπος, που καμωνότανε να φαίνεται ώριμος και σοβαρός άνδρας, είχε μια πνευματική φρεσκάδα και βάθος σκέψης, συνταιριασμένα με μια μεγάλη ευγένεια λίγο εκτός τόπου και χρόνου. Ο Χατζηκυριάκος είχε την εμφάνιση ενός ευπατρίδη. Άλλωστε, σε όλη του τη ζωή, τη συμπεριφορά και τη στάση μέσα στην κάπως “μποέμικη” συντροφιά μας, αυτός πάντα κράτησε τη θέση του ευπατρίδη…

Εντυπωσίαζε το βάθος της σκέψης του, η έκτασή της και η σοβαρότητα με την οποία αντιμετώπιζε οποιοδήποτε θέμα. Έστεκε κανείς με κάποια έκπληξη απέναντι στην «κρυμμένη» προσωπικότητά του, στο κρυφό μέρος του χαρακτήρα του, που όμως, μπορούσε κανείς, αν ήξερε, να το «διαβάσει» στη ζωγραφική του…

Ο Γκίκας από τα πρώτα κιόλας βήματά του έδειξε πως ήταν μια φωτεινή ελπίδα στη ζωγραφική. Η σταθερότητα όμως του χαρακτήρα του, η προσήλωση στην αξιοπρέπειά του, η παλικαρίσια στάση και το πιστεύω του στην τέχνη του, δεν του επέτρεπαν να καταφύγει σε πλάγια βοηθήματα ή σε οποιαδήποτε διαφήμιση…

Ουμανιστής ο Γκίκας, σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει ο Panofsky, πιστεύει στην ανθρώπινη αξία, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, συνειδητοποιεί με τραγικότητα τις πεποιθήσεις του, τις αποδέχεται και θέλει να τις επιβάλλει. Έτσι στάθηκε μόνος, με μοναδική συντροφιά την τέχνη του, χωρίς να ανήκει σε καμιά ομάδα, καμιά κλίκα, σε κανένα στρατόπεδο…

Γι’ αυτό και ο δρόμος του Γκίκα ήταν ανηφορικός και δύσκολος. Ωστόσο, κατάφερε σιγά σιγά να σταθεροποιήσει τα βήματά του και να σταθεί όρθιος μέσα σε εκείνο τον ίλιγγο που ζούσε η τέχνη στην εποχή του μεσοπολέμου. Ο εσωτερικός του κόσμος σε μια τόσο νεαρή ηλικία ήταν τόσο ώριμος από γνώση και παιδεία, τόσο γεμάτος από αίσθημα και ευαισθησία, τόσο ανήσυχος για δημιουργία, που μπορούσε να τροφοδοτεί τη τέχνη του με περίσσια αυτάρκεια. Έπειτα όλη η περιρέουσα εκείνη ατμόσφαιρα του Παρισιού ήταν μια πηγή δημιουργίας, που πότιζε τους πίνακές του με κρυστάλλινο νερό φιλτραρισμένο μέσα από τη στερεή σκέψη και το ευαίσθητο συναισθηματικό του μέταλλο…

Θεωρώ μεγάλο ευτύχημα που η μοίρα έτσι το έφερε να γνωριστώ τότε και να δεθώ ψυχικά και πνευματικά μαζί του, με μια στενή φιλία που μένει από τότε αναλλοίωτη. Και αυτό το θεωρώ σαν ένα από τα πιο πολύτιμα αγαθά της Παρισινής τότε ζωής μου. Σήμερα, όταν κουβεντιάζουμε με τον Χατζηκυριάκο, κοιτάζοντας ένα έργο του στο εργαστήριό του,… νοιώθουμε στιγμές πνευματικής ανάτασης, που μας πλημμυρίζουν χαρά και αισιοδοξία. Και αυτό είναι κάτι που μετράει στη ζωή μας. Γιατί μέσα στη σημερινή ψευτιά και το κομφούζιο που χαρακτηρίζει και τις σημερινές πνευματικές και καλλιτεχνικές αξίες, μέσα στην αισθητική ερημιά που μας δέρνει, βρίσκει κανείς ακόμα τέτοιας ποιότητας πνευματικές και καλλιτεχνικές οάσεις…

Είναι το πνεύμα, η ψυχή και η καρδιά της Ελλάδας που πάλλουν μέσα στα έργα του Γκίκα…».

(Αποσπάσματα από το ψυχογράφημα του Άγγελου Κατακουζηνού για τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα στο Παρίσι του Μεσοπολέμου, Αθήνα 1977).

Γράφει με τη σειρά του ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας για τον φίλο του Άγγελο Κατακουζηνό:

«Ήταν γεννημένος ιππότης ο Άγγελος Κατακουζηνός…

Είναι δύσκολο να μιλάς για ένα φίλο που έχασες. Πενήντα χρόνια σταθερής φιλίας. Ο Άγγελος αγαπήθηκε πολύ από τη γενιά του ’30. Γλύπτες, ζωγράφοι, ποιητές, όλοι τον αγκάλιασαν ζεστά, σφιχτά, κι όλους μας βοήθησε και μας νοσήλευσε από το Παρίσι, νεαρός φοιτητής ακόμα… Έγραφε δοκίμια, μιλούσε δημόσια με βαθιά ψυχολογική εμπειρία για πρόσωπα και πράγματα της τέχνης, θίγοντάς τα εις βάθος με μια φινέτσα χαρακτηριστική, με μια ικανότητα διείσδυσης εκπληκτική… Ανάμεσα στα τόσα άλλα καλλιτεχνικά και πνευματικά που μας πρόσφερε, αξέχαστη παραμένει η προεδρία του στα εγκαίνια του Μουσείου Θεοφίλου στη Μυτιλήνη. Κι ήταν ο Άγγελος που έφερε σ’ επαφή τον Albert Camus με διαλεγμένους Έλληνες διανοούμενους σ’ ένα colloque που έμεινε ιστορικό…

Για τον Άγγελο Κατακουζηνό αισθανόμουν όχι μόνο μια δυνατή φιλία αλλά και έναν ψυχικό δεσμό, μια ταυτότητα αντιλήψεων, έναν τρόπο αισθαντικής αντιμετωπίσεως των προβλημάτων της ζωής. Ήξερα ότι μπορούσα να του εκμυστηρευτώ τα πιο μύχια περιστατικά της ζωής μου και ότι θα με άκουγε με όλη του την αγάπη, με συμπάθεια και με ενδιαφέρον όσες ώρες και αν ήθελα. Στο τέλος θα έκανε κάποια παρατήρηση που θα φώτιζε απρόοπτα το πρόβλημα ανοίγοντας ένα κομμάτι ξαφνικής γαλήνης…

Τέτοια ήταν η φιλία μας που βάστηξε εξήντα χρόνια και που τώρα μου λείπει όσο δε λέγεται…».

(Αποσπάσματα από ομιλία του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα σε εκδήλωση στη μνήμη του Άγγελου Κατακουζηνού, Αθήνα 1983).

Ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας (Αθήνα, 26 Φεβρουαρίου 1906 – Αθήνα, 3 Σεπτεμβρίου 1994), έχοντας παρουσιάσει ιδιαίτερη κλίση στο σχέδιο από πολύ νωρίς, πήρε τα πρώτα του μαθήματα ζωγραφικής σε μαθητική ηλικία από τον Κωνσταντίνο Παρθένη (1921-22). Ξεκίνησε τις σπουδές του στη Γαλλική Φιλολογία και την Αισθητική στη Σορβόννη το 1922 στο Παρίσι, φοιτώντας παράλληλα στην Académie Ranson, με δάσκαλο τον Bissière και στο εργαστήριο χαρακτικής του Δ. Γαλάνη. Το 1923, παρουσίασε έργα του στο Salon des Tuileries και στο Salon des Surindependants, συμμετέχοντας στη συνέχεια σε πολλές ακόμη ομαδικές εκθέσεις.

Πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση στο Παρίσι το 1927 στην Galerie Percier και την πρώτη του έκθεση στην Αθήνα το 1928, στην Γκαλερί Στρατηγοπούλου, παρουσιάζοντας τα έργα του μαζί με εκείνα του γλύπτη Μιχάλη Τόμπρου. Έχοντας ήδη γίνει γνωστός και στις δύο χώρες, εγκαταστάθηκε το 1934 στην Αθήνα. Τα επόμενα χρόνια (1935-1937) χαρακτηρίζονται από τη σημαντική εκδοτική συνεργασία του Γκίκα με τον αρχιτέκτονα Δ. Πικιώνη, τον ποιητή Τ. Παπατζώνη και το σκηνοθέτη Δ. Καραντινό για το περίφημο περιοδικό «Το Τρίτο Μάτι».

Έχοντας την ίδια εποχή επισκευάσει το οικογενειακό σπίτι στην Ύδρα, περνά σημαντικό χρόνο εκεί, ολοκληρώνοντας την πρώτη ενότητα έργων που καθόρισαν την καλλιτεχνική πορεία και τη χαρακτηριστική εικαστική γραφή του: κυβιστικά εκλεκτικιστικά στοιχεία, συνομιλούν με νατουραλιστικές φόρμες του φυσικού κόσμου, συμπλέκοντας ταυτόχρονα στη σύνθεση σχηματοποιημένα στοιχεία της ελληνικής αρχιτεκτονικής παράδοσης και διατρεχόμενα στο σύνολό τους από διάχυτο φως.

Το 1946 παρουσιάστηκε η πρώτη αναδρομική έκθεση του έργου του στο Βρετανικό Συμβούλιο Αθηνών. Το 1949 εξέθεσε με την ομάδα «Αρμός» ως ιδρυτικό μέλος της, ενώ το 1950 παρουσίασε δεκαεπτά έργα του στην Μπιενάλε της Βενετίας. Το έργο του παρουσιάστηκε στη συνέχεια σε περισσότερες από 50 ατομικές εκθέσεις στην Αθήνα, στο Παρίσι, το Λονδίνο, το Βερολίνο, ενώ από το 1958 ξεκίνησε τη συνεργασία του με την γκαλερί του Αλέξανδρου Ιόλα, εκθέτοντας στη Νέα Υόρκη, το Παρίσι, τη Γενεύη και το Μιλάνο. Το 1973 πραγματοποιήθηκε αναδρομική του έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη της Αθήνας με εκατόν εξήντα τέσσερα έργα.

Έργα του βρίσκονται στο Musée d’Art Moderne στο Παρίσι, στην Tate Gallery του Λονδίνου, στο Metropolitan Museum of Art της Νέας Υόρκης, στην Εθνική Πινακοθήκη της Αθήνας καθώς και σε σημαντικές ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Πέρα από τη ζωγραφική, τη γλυπτική και τη χαρακτική, ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας ασχολήθηκε επίσης με τη σκηνογραφία από το 1937, σχεδιάζοντας σκηνικά και κοστούμια για παράσταση του Θεάτρου της Μαρίκας Κοτοπούλη. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με τη Νέα Σχολή Δραματικής Τέχνης του Σωκράτη Καραντινού (1938), το Εθνικό Θέατρο (1950), το Μοντέρνο Ελληνικό Μπαλέτο της Ραλλούς Μάνου (1950), τη Σχολή Ματέι (1952) και το Covent Garden του Λονδίνου (1961), για θεατρικά έργα όπως οι «Νεφέλες» του Αριστοφάνη (Εθνικό Θέατρο 1951, Comédie Française 1952) ή το μπαλέτο «Περσεφόνη» του A. Gide, με μουσική του I. Stravinsky (Covent Garden 1961).

Παράλληλα, εικονογράφησε σπουδαία λογοτεχνικά έργα όπως η «Οδύσσεια» του Ν. Καζαντζάκη, το «Δάφνης και Χλόη» του Λόγγου και τα «Ποιήματα» του Κ. Καβάφη, αλλά και τα βιβλία της Λητώς Κατακουζηνού «Κύματα» (1948), «Απ’ το δείλι ως την αυγή» (1957), «Όμορφο καράβι μου-θύμησή μου» (1977), ενώ συνέγραψε βιβλία, μελέτες και άρθρα για την Αρχιτεκτονική και την Αισθητική, καθώς και δοκίμια για την ελληνική τέχνη.

Το 1941 εκλέχθηκε καθηγητής στην έδρα του Σχεδίου της Σχολής Αρχιτεκτόνων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, διδάσκοντας έως το 1958 σχέδιο και σύνθεση. Το 1972 εκλέχθηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, το 1982 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Τμήματος Αρχιτεκτόνων της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης, το 1986 επίτιμο μέλος της Royal Academy of Arts του Λονδίνου και το 1991 επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Το 1986 δώρισε στην Εθνική Πινακοθήκη σαράντα πέντε έργα του. Έξι χρόνια αργότερα, το 1992, με τη δική του βούληση και παρακαταθήκη, και σε συνεργασία με το Μουσείο Μπενάκη, ιδρύθηκε η Πινακοθήκη Χατζηκυριάκου-Γκίκα στην Αθήνα.