Δημήτρης Γιαννουκάκης

Δημήτρης Γιαννουκάκης
Dimitris Yiannoukakis
Ψάρι , Fish

Έγχρωμη χαλκογραφία,
28 x 36,5 εκ.
Coloerd copper engraving, 28 x 36,5 cm

Με πλούσιο ζωγραφικό έργο (τοπία, νεκρές φύσεις, ηθογραφικές σκηνές και συνθέσεις με γυμνό), με εμφανείς αναφορές στον εξπρεσιονισμό και τον μεταϊμπρεσσιονισμό και έχοντας χειριστεί με θαυμαστό αποτέλεσμα την κλασική εκδοχή της ασπρόμαυρης χαλκογραφίας, ο Δημήτρης Γιαννουκάκης υπήρξε από τους πρώτους Έλληνες χαράκτες που εισήγαγαν το χρώμα στη χαρακτική (τέλη της δεκαετίας του ’50). Η έγχρωμη χαλκογραφία που ο ίδιος επέλεξε ως την προσωπική του εκφραστική οδό, εξελίχθηκε από τον ίδιο με ενδελεχή αναπαραστατική δεξιοτεχνία που στην πορεία οδηγήθηκε σε μια πιο στυλιζαρισμένη δισδιάστατη απόδοση με εμφανή τα κυβιστικά και εξπρεσιονιστικά στοιχεία, τα έντονα περιγράμματα και τα ρυθμικά επιτόπια γραμμικά μοτίβα που εμφανίζονται και στην παρούσα τρίχρωμη στυλιζαρισμένη νεκρή φύση με ψάρι της συλλογής.

Ο Δημήτρης Γιαννουκάκης (Ερμούπολη Σύρου 1898-Aθήνα 1991), σπούδασε ζωγραφική και χαρακτική στη Σχολή Καλών Τεχνών της Δρέσδης (1921-1927), με καθηγητές τους Ferdinand Dorsch και Richard Müller, ενώ συνέχισε με ελεύθερες σπουδές στο Παρίσι (1929). Με την επιστροφή του στην Ελλάδα εργάστηκε ως καλλιτεχνικός διευθυντής στο Εργοστάσιο Γραφικών Τεχνών-τυπογραφείο «Ασπιώτη-ΕΛΚΑ» στην Κέρκυρα από το 1930 έως το 1933, ενώ η ενασχόλησή του με τις γραφικές τέχνες διατηρήθηκε στις δεκαετίες που ακολούθησαν.

Η πρώτη ατομική του έκθεση πραγματοποιήθηκε στην Γκαλερί Στρατηγοπούλου το 1930. Ασχολήθηκε συστηματικά με τη χαλκογραφία και τη λιθογραφία και παρουσίασε το έργο του σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Με πλούσιο και σημαντικό χαρακτικό έργο, ασχολήθηκε επίσης με τη ζωγραφική, την εικονογράφηση βιβλίων και τη χάραξη γραμματοσήμων, ενώ ήταν ιδρυτικό μέλος της «Ομάδας Ελλήνων Ζωγράφων Χαρακτών», συμμετέχοντας στην πρώτη «Πανελλήνια έκθεση ελληνικής πρωτοτύπου χαρακτικής» στην Αθήνα το 1938 όπου και βραβεύτηκε. Συμμετείχε επίσης στις Πανελλήνιες Εκθέσεις των ετών 1939, 1940, 1948, 1952, 1957, 1960, 1963, 1965, 1967, 1969, 1971, 1973, 1975, καθώς και σε πολλές εκθέσεις στο εξωτερικό: «16 Artistes Hellenes» στη Βουλγαρία (1954), «Contemporary Greek Artists» στο Ισραήλ (1962), «Art Hellenique Contemporain» στην Ελβετία (1967), «Gravures Grecques» στο Καμερούν (1980) κ.ά. Συμμετείχε επίσης σε σημαντικές διεθνείς διοργανώσεις: Μπιενάλε της Βενετίας (1934, 1940), Διεθνής Έκθεση του Παρισιού (1937 -βραβείο), στο Salon International d’ Art Libre στο Παρίσι 1962 (βραβείο), καθώς και στην Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας το 1963 (βραβείο). Το 1962 τιμήθηκε με το αργυρό μετάλλιο της πόλης του Παρισιού, ενώ το 1966 έκθεσή του πραγματοποιήθηκε στο Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης.

Μετά το θάνατό του πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα αναδρομική έκθεσή του στον «Υάκινθο» (1992). Ήταν ιδρυτικό μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος, της Ελληνικής Εταιρείας Αισθητικής και μέλος της Ομοσπονδίας Εταιρειών Γραφικών Τεχνών Παρισιού. Έργα του υπάρχουν στην Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, στις Δημοτικές Πινακοθήκες της Αθήνας, του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης και της Ρόδου, στις συλλογές της Εθνικής Τράπεζας, της Alpha Bank, σε μουσεία της Ελλάδας και του εξωτερικού, καθώς και σε σημαντικές ιδιωτικές συλλογές χαρακτικής και ζωγραφικής.

Μάιπας Θέμος

Κάτω από την Ακρόπολη, περ. 1960-1965

Ισορροπώντας ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, συνδυάζοντας αναγνωρίσιμες φόρμες από τον περιβάλλοντα φυσικό κόσμο με σχεδιαστικές μονοκονδυλιές και με την αφαίρεση, ο ηπειρώτης Θέμος Μάιπας, πνεύμα γνήσιο, ατίθασο και ονειροπόλο, ενεργοποιεί με ευαισθησία στα έργα του τόσο τον νου όσο και τις αισθήσεις του θεατή. Στο έργο του σημαντικό ρόλο παίζουν η παρουσία και η σύγκρουση των ανθρώπινων συναισθημάτων μα και η ίδια η χαρά της εκρηκτικής δημιουργίας.

Η ιδιαίτερη εμμονή του με το αναγνωρίσιμο επαναλαμβανόμενο σύμβολό του, το κοκόρι, που ενίοτε εμφανίζεται ανθρωπόμορφο, συνδέεται όχι τόσο με την αφηγηματικότητα της συγκεκριμένης φόρμας όσο με την επιθυμία της ψυχογραφικής αποτύπωσης της ανθρώπινης κατάστασης, της συμβολικής κατατομής της στάσης και του σώματος και της εξερεύνησης της ιδέας της σύγκρουσης των όγκων και των μορφών, των ιδεών και του συναισθήματος. Μέσα από το σύμβολο αυτό, διερευνώνται βαθύτερα οι ανθρώπινες σχέσεις και συνθήκες όπως η μητρότητα και η φιλία, η πονηριά και η προδοσία, η συνομωσία και ο Έρωτας», όπως σωστά διέγνωσε και έγραψε σε κείμενό του αφιερωμένο στον ζωγράφο ο Κώστας Μουρσελάς.

Στο ταιριαστό έργο της συλλογής με τον αυστηρό σχεδιασμό και τη λιτή χρήση χρώματος όπου το κενό συνομιλεί με το πλήρες, πρόκειται για μια από τις ελάχιστες φορές που το κοκόρι-σύμβολο εμφανίζεται με τόσο διακριτικό τρόπο. Εδώ ως σκιά διαχρονική και σε στάση ορθή ιερατική, το οικείο σύμβολο του ζωγράφου, συναντά και συνδιαλέγεται πνευματικά με μυθικές ανδρικές μορφές-προσωπεία σε ένα συντετμημένο αλλά αναγνωρίσιμο αθηναϊκό σκηνικό τοπίο κάτω από τον βράχο της ακρόπολης.

Εικάζεται πως ο Θέμος Μάιπας είχε γνωρίσει τον Άγγελο Κατακουζηνό μέσω του δασκάλου του Μιχάλη Τόμπρου, ο οποίος ήταν φίλος του Κατακουζηνού.

Ο Θέμος Μάιπας (1936-1996) γεννήθηκε στο Δίστρατο Ιωαννίνων και σπούδασε στο Ιεροδιδασκαλείο Βελλάς και στη συνέχεια στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών Αθηνών, με δάσκαλο τον Μιχάλη Τόμπρο. Αργότερα, σπούδασε στο Παρίσι στην ‘École nationale supérieure des Arts Décoratifs με τον Félix Labisse. Για ένα διάστημα δούλεψε και με τον Pablo Picasso ως βοηθός του. Η πρώτη ατομική του έκθεση πραγματοποιήθηκε το 1959 στο ατελιέ του που στεγάζονταν στο ίδρυμα Τοσίτσα ενώ στη συνέχεια εξέθεσε: 1960: γκαλερί «Ζυγός», 1961: Ύδρα, 1964: Παρίσι και γκαλερί του «Χίλτον στην Αθήνα, 1968: γκαλερί «Μίναμι» στο Τόκιο, 1970: γκαλερί «77» του Λος Άντζελες, 1972: ξενοδοχείο «Pierre» της Νέας Υόρκης, 1975: ξενοδοχείο «Ηλέκτρα» στην Αθήνα, 1977: ξενοδοχείο «St George Lycabettus» στην Αθήνα, 1978: «Ξενία» Ιωαννίνων, 1979: γκαλερί «Ζυγός» στην Αθήνα και «Χίλτον» της Λευκωσίας», 1980: «Ξενία» Ιωαννίνων, 1982: Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης, 1984: Αίθουσα «Σκουφά» στην Αθήνα, 1986: αίθουσα τέχνης «Αίολος» στην Κηφισιά, 1987: γκαλερί «Γκλόρια» στη Λευκωσία, 1991: Αίθουσα Τέχνης Επίπεδα.

Στο ίδιο διάστημα έλαβε μέρος σε πολλές ομαδικές και ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ανάμεσα τους: 1955: «Πανηπειρωτική», 1958: «48 Έλληνες Καλλιτέχνες, 1962: «Έλληνες γλύπτες και ζωγράφοι του Παρισιού», Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, Παρίσι και «Μεσογειακή Τέχνη» στο Όσλο, 1963: Μουσείο Νάντης «30 ζωγράφοι και γλύπτες της Σχολής του Παρισιού», και στη «Boutique Culturelle, 1964: Schemes 64 στο Παρίσι, 1973: «40 ζωγράφοι και γραφίστες της Σχολής του Παρισιού» στο Μουσείο Μοντέρνας τέχνης στη Νάντη, 1976: «Ηπειρωτικά ΄76» στα Ιωάννινα και «Πανηπειρωτική», «Ηπειρωτικά’77» «Ηπειρωτικά’83» «Ηπειρωτικά’93». Πίνακές του βρίσκονται στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, σε Μουσεία, Πινακοθήκες, Ιδρύματα και ιδιωτικές συλλογές.

Ο Θέμος Μάιπας έφυγε από τη ζωή τον Ιανουάριο του 1996. Το 1997 ο Δήμος Ιωαννιτών οργάνωσε έκθεση στη μνήμη του στο «Αρχοντικό Πυρσινέλλα». Το 2006, δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του, σημαντικοί φορείς των Ιωαννίνων (Εφοροεπιτροπεία Αγαθοεργών Κατάστημάτων, Ίδρυμα Κ. Κατσάρη, Σύλλογος Αποφοίτων Ζωσιμαίας Σχολής και Σύλλογοι Αποφοίτων Ιεροδιδασκαλείου Βελλάς Ιωαννίνων και Αθηνών), οργάνωσαν αναδρομική έκθεσή του στον εκθεσιακό χώρο της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Με αφορμή τα 20 χρόνια από το θάνατό του διοργανώθηκε αναδρομική έκθεση των έργων του στη Δημοτική Πινακοθήκη Ιωαννίνων τον Νοέμβριο του 2016.

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ

Τοπίον
Κωνσταντινουπόλεως, 1930
τέμπερα σε λεπτό ύφασμα χωρίς προετοιμασία.

Ο τίτλος και η υπογραφή του καλλιτέχνη «Θεοφίλου Γ. Χατζημιχαήλ» (που υπογράφει χρησιμοποιώντας το επώνυμο της μητέρας του) σώζονται στο κέντρο του λευκού περιγράμματος στο άνω μέρος του έργου.

Το ειδυλλιακό εξοχικό τοπίο της Κωνσταντινούπολης, όπως το φαντάζεται και το αποδίδει ο Θεόφιλος, ξεδιπλώνεται εδώ γεμάτο εκφραστική ελευθερία φωτεινότητα, πλασμένο με διαδοχικές οριζόντιες λωρίδες με τις οποίες αποδίδονται γλαφυρά ο ρόδινος και γαλανός ουρανός, τα μενεξεδένια βουνά, το κατάφυτο με σπάρτα και δένδρα τοπίο. Κυρίαρχο στη σύνθεση είναι σε πρώτο επίπεδο το υδάτινο στοιχείο, εντός του οποίου κωπηλατούν επιβάτες σε βάρκα και πλοιάρια ενώ κολυμπά κοπάδι με πάπιες που αποδίδονται με έντονα περιγράμματα και υπερμεγέθεις διαστάσεις.

Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ (πραγματικό όνομα: Θεόφιλος Κεφαλάς ή Κεφάλας) (Βαρειά Λέσβου, 1870(;) – Μυτιλήνη, 24 Μαρτίου 1934), γνωστός απλά και ως Θεόφιλος, είναι ο Έλληνας λαϊκός ζωγράφος που στιγμάτισε με την παρουσία του τη νεοελληνική τέχνη. Κυρίαρχο στοιχείο του έργου του, η ελληνικότητά του και η ενδελεχής απεικόνιση της ελληνικής μυθολογίας και ιστορίας, καθώς και η αποτύπωση της καθημερινής ζωής και της φρεσκάδας της λαϊκής παράδοσης.

Η ακριβής χρονολογία γέννησής του δεν είναι γνωστή. Ο πατέρας του, Γαβριήλ Κεφαλάς (ή Κεφάλας), ήταν τσαγκάρης ενώ η μητέρα του, Πηνελόπη Χατζημιχαήλ, ήταν κόρη αγιογράφου. Σε νεαρή ηλικία επέδειξε μέτριες σχολικές επιδόσεις, αλλά και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη ζωγραφική, αποκτώντας βασικές γνώσεις κοντά στον παππού του. Ενδεδυμένος ήδη τη φουστανέλα στα εφηβικά του χρόνια, παρά τις αντιδράσεις του περίγυρού του, σε ηλικία δεκαοκτώ ετών έφυγε για τη Σμύρνη όπου και εργάστηκε ως θυροφύλακας («Καβάσης») στο Ελληνικό Προξενείο. Από εκεί, μετά το ξέσπασμα του ελληνοτουρκικού πολέμου έφυγε για τον Βόλο περίπου το 1897, αναζητώντας ευκαιριακή εργασία και ζωγραφίζοντας σε σπίτια και καταστήματα της πόλης αλλά και της ευρύτερης περιοχής του Πηλίου. Σημαντικός προστάτης του στάθηκε ο κτηματίας Γιάννης Κοντός, αναθέτοντάς του τη φιλοτέχνηση αρκετών έργων αλλά και τον εξαιρετικό πλήρη διάκοσμο της οικίας του που αποτελεί σήμερα επισκέψιμο Μουσείο. Στη Θεσσαλία, πέρα από τη ζωγραφική του δραστηριότητα, ο Θεόφιλος πρωτοστάτησε στη διοργάνωση θεατρικών δρώμενων στις εθνικές γιορτές και κατά την περίοδο της Αποκριάς, κατασκευάζοντας σκηνικά αντικείμενα και κοστούμια, διατηρώντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο ως ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης ή ως Μεγαλέξανδρος, και οργανώνοντας τα παιδιά του σχολείου σε παράταξη μακεδονικής φάλαγγας, και άλλοτε σαν ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης.

Το 1927, μετά από ένα δυσάρεστο επεισόδιο που είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό του, ο Θεόφιλος επέστρεψε οριστικά στη Μυτιλήνη. Εκεί εξακολούθησε έως το θάνατό του να ζωγραφίζει τοιχογραφίες και φορητά έργα, έναντι ευτελούς πάντοτε αμοιβής. Πολλά από τα έργα του της περιόδου αυτής, όπως και των χρόνων της Θεσσαλίας, έχουν χαθεί, είτε από φυσική φθορά είτε εξαιτίας αμέλειας από τους κατόχους τους. Την τελευταία περίοδο της ζωής του, κομβική υπήρξε η οφειλόμενη στον Γ. Γουναρόπουλο συνάντησή του με τον σπουδαίο Λέσβιο τεχνοκριτικό και εκδότη Στρατή Ελευθεριάδη-Tériade, που έμενε στο Παρίσι και συγκέντρωσε αρκετά έργα του. Στον Ελευθεριάδη καθώς και στον επιστήθιο φίλο του Άγγελο Κατακουζηνό οφείλονται σε μεγάλο βαθμό η αναγνώριση του έργου του Θεόφιλου, η αναγνώριση της αξίας του και η έντονη επιρροή του στους Έλληνες καλλιτέχνες και διανοούμενους της γενιάς του ’30 αρχικά και στους νεότερους αργότερα, ακόμη η μεταθανάτια διεθνής προβολή του και η αναγνώρισή του από τους Ευρωπαίους διανοούμενους της εποχής.

Αξίζει να σημειωθεί ότι μεγάλο μέρος των έργων που ο Στρατής Ελευθεριάδης είχε παραγγείλει και αγοράσει από τον Θεόφιλο, φυλάχθηκαν από το ζεύγος Κατακουζηνού στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της Κατοχής και για δεκαπέντε χρόνια. Είναι ενδεικτικό πως η πρώτη έκθεση με τα έργα του Θεόφιλου έγινε στην οικία Κατακουζηνού στην Πινδάρου 7 το 1946 δημιουργώντας ακραίες αντιδράσεις. Στη συνέχεια η έκθεση με τα έργα παρουσιάστηκε στο Βρετανικό Ινστιτούτο τον Μάιο του 1947.

Με έξοδα του Στρατή Ελευθεριάδη και την αμέριστη συμβολή του ζεύγους Άγγελου και Λητώς Κατακουζηνού ανεγέρθηκε το 1964. Το Μουσείο Θεόφιλου στη Βαρειά της Μυτιλήνης εγκαινιάστηκε τον Αύγουστο του 1965 από τον Άγγελο Κατακουζηνό που συντόνισε και όλα όσα χρειάστηκαν για το εξαιρετικά δύσκολο αυτό εγχείρημα, συγκεντρώνοντας κατά τα περίφημα αυτά θυρανοίξια τον ανθό των πνευματικών ανθρώπων αλλά και τους σημαντικότερους κοινωνικούς παράγοντες της εποχής.

Ο Άγγελος Κατακουζηνός συνέχισε σε όλη του τη ζωή να προβάλει το έργο του Θεόφιλου και σαν Πρόεδρος της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης διοργάνωσε εκεί την έκθεση που παρουσιάστηκε στις 17 Μαρτίου του 1970.

Ο Θεόφιλος πέθανε τον Μάρτιο του 1934 στη Μυτιλήνη, παραμονές του Ευαγγελισμού, πιθανότατα από τροφική δηλητηρίαση. Τον Ιούνιο του 1961 με φροντίδα του Tériad εγκαινιάστηκε μεγάλη έκθεση με έργα του στο Μουσείο του Λούβρου. Ένας αληθινός μετά θάνατον θρίαμβος για τον φουστανελά «σοβατζή», ο οποίος κατά τον Άγγελο Κατακουζηνό «ζούσε το μύθο του, που τον άκουε σαν μελωδικό τραγούδι να κυλά μέσα του από πολύ μακριά και να γίνεται ο γλυκός καημός της ταλαιπωρημένης ζωής του…

Όσο για τα έργα του ο Κατακουζηνός θα επισημάνει πως « το φως που βγαίνει από τους πίνακές του έχει την ίδια απόχρωση, την ίδια ποιότητα μ’εκείνο μέσα στο οποίο κολυμπά η γύρω του φύση»

Γιάννης (Τζων) Στεφανέλλης

Λεωφορείο ο Πόθος, σπουδή σκηνικού, 1948, ακουαρέλλα ή γκουάς,
11.5 x 24 εκ.μ.

Τα σκηνικά αυτά χρησιμοποιηθήκαν για την παράσταση που ανέβασε ο Κουν στο Θέατρο Τέχνης το 1947

Μιχάλης Τόμπρος

Σύνθεση
Synthesis

Χαρακτικό (χάραξη Γ. Βαρλάμος),
18 x 21 εκ, 1957
Με αφιέρωση του καλλιτέχνη στον Άγγελο Κατακουζηνό (Στον παλαιό μου φίλο Κατακουζηνό…)
Etching (printed by G. Varlamos), 1957, 18 x 21 cm
With the artist’s dedication to Angelos Catacouzinos (To my old friend Catacouzino…)